Λέξεις από "Άκοπος" έως "Αλλογενής"


Άκοπος: που γίνεται άνευ κόπου, άνετος, ξεκούραστος(ακοπίαστα,επίρ), ανίδρωτος, ακάματος,  ακατάβλητος, άοκνος, άτρυτος # υπερεντατικοποιημένος, αγχωμένος, καταβεβλημένος, αποκαμωμένος, αποσταμένος, ευκατάβλητος, καταπονητικος, επαχθής, πολύπονος
Ακόρεστος: που δεν χορταίνει, αδηφάγος, άπληστος(-α), ανικανοποίητος, πειναλέος, υπερχειλίζων #χορτάτος, ολιγαρκής, ικανοποιημένος, επαρκής, αψίκορος, χορταστικός, λελογισμένος<α+κορέννυμι(χορταίνω)
Ακούσιος: που γίνεται χωρίς πρόθεση, αθέλητα, τυχαία(-ως), ανεπιθύμητος, απόθητος, αζήτητος, απρόσδεκτος # σκόπιμος, στοχευμένος, δόλιος,ηθελημένος, προμελετημένος, θεληματικός, βουλητός, εντεταλμένος, επιθυμητός, ποθητός, ποθεινός<άκων
Ακράδαντος: που δεν κλονίζεται, δε διαψεύδεται, σταθερός αδιάψευστος, αδιάσειστος, ακλόνητος, αδόνητος, επίμονος, ευσταθής, άκαμπτος, άσειστος, αμεταμέλητος, ατρεμής
# άστατος, αμφίβολος, ασταθής, ρευστός, ευεπηρέαστος, ευμετάβλητος, ανερμάτιστος, αλλοπρόσαλλος, αμφιταλαντευόμενος, τρελαμένος, κλονιστικός<α+κραδαίνω(σείω)
Ακραιφνής: που δεν νοθεύτηκε, γνήσιος, πραγματικός, άκρατος, ατόφυος(-ως), αγνός, ειλικρινής, αυθεντικός, αμιγής #ανειλικρινής, επιτηδευμένος<άκρος+αίφνης(ξαφνικά)
Ακράτεια: πολυλογία, φλυαρία, αδολεσχία, λογοκοπία, διαλάληση, αθυρογλωσσία, αποχαλίνωση # κοντολογία, λακωνισμός,  ολιγολογία, εχεμύθεια<α+κρατώ
Ακρατής: που δεν μπορεί να επιβληθεί στον εαυτό του, στις αδυναμίες του,αχαλίνωτος(-ως), επιρρεπής, άσωτος, παράφορος, θυμώδης, αχαλιναγώγητος, απηδαλιούχητος, φρενήρης # ελεγχόμενος, συγκρατημένος, λιτοδίαιτος, ασκητικός, αυτοπειθαρχημένος, στωικός<α+κρατώ
Άκρατος: ασυγκέραστος, ανέρωτος, ακραιφνής # συντετηγμένος, σύμφυρτος, αναμεμειγμένος (φύρδην-μίγδην)<α+κεράννυμι
Ακριβοδίκαιος: ευθύς, ευθύδικος, θεμιτός, νόμιμος, προσήκων, αμερόληπτος # άνισος, ανισοβαρής, μεροληπτικός, αυθαίρετος, αθέμιτος, αδικητικός, χαριστικός, επηρεασμένος
Ακριβοθώρητος: σπάνιος, περιπόθητος, ποθητός, ποθεινός, ευκταίος, ευπρόσδεκτος, καλωσόριστος, περιζήτητος, επίζηλος, δυσεύρετος # απορριπτέος, αποβλητέος, εξοβελιστέος, απερριμμένος, απόβλητος<α+κρίνω+θ(ε)ωρώ
Ακριβολόγος: ορθοεπής, ορθογράφος, αδιάπταιστος, κυριολεκτικός # ανορθογραφικός, ανελλήνιστος, μαργαριτοβριθής, ασύντακτος, ακυρολέκτητος<α+κρίνω+λέγω
Ακρισία: έλλειψη ορθής κρίσης, επιπολαιότητα, απερισκεψία, αφροσύνη(άκριτα)
# προγραμματισμός, ευφυϊα<α+κρίνω
Ακριτομυθία: απερίσκεπτη και ασυνάρτητη φλυαρία(ακριτόμυθος), ασιγησία, ταχυγλωσσία, ακρατολογία, αφροσύνη # εχεμύθεια, λακωνικότητα, αποσιώπηση, αφασία, αναυδία, ενεότητα, φίμωση, γλωσσοπέδη, σιωπητήριο<α+κρίνω+μύθος
Ακροαματικότητα: ποσοστό ακρόασης, Θεαματικότητα: ποσοστό θέασης, Αναγνωσιμότητα: ποσοστό ανάγνωσης<ακροώμαι,θεώμαι,αναγιγνώσκω
Ακροβασία: επικίνδυνη προσπάθεια( λεκτικές, ρητορικές ακροβασίες: εντυπωσιασμοί), παρατολμία, κρημνοβασία, διακινδύνευση # μετριοπάθεια, ασφάλεια, προγραμματισμός, επιφύλαξη, περίσκεψη, περίνοια, προφύλαξη<άκρον+βαίνω
Ακροβολισμός: βολιδοσκόπηση, σφυγμομέτρηση, απόπειρα <άκρον+βάλλω
Ακρογωνιαίος λίθος: στήριγμα, βασική προϋπόθεση προκειμένου να επιτευχθεί κάτι, σημαντικότητα, ζωτικότητα, απόσταγμα, θεμέλιο, μοχλός # επουσιώδες, λεπτομέρεια, κόκκος,ουραγός
ακροθιγώς: χωρίς εμβάθυνση, γενικά για την πορεία χωρίς ανάλυση και λεπτομέρειες, επιφανειακά, απτικώς, ψηλαφητί, επιφανειακώς, δι’επαφής, δια ψηλαφήσεως, ανεπαίσθητα # ουσιωδώς, εμβριθώς, ακρούντως, βαθύτατα<άκρον+θιγγάνω(αγγίζω)
Άκρον άωτον: το πλέον ακραίο σημείο, το υπέρτατο όριο, έτι μάλλον, άγαν, σφόδρα, ως επί το πλείστον, υπερβαλλόντως, υπέρμετρα # ολίγον(τι), μηδέν άγαν, ανεπαίσθητα, ελαφρώς, το ολιγότερον, ολίγον κατ’ολίγον, ήκιστα
Ακροπατώ: κυκλοδρομώ, καρκινοβατώ, ολισθαίνω, ακροποδητί βαδίζω # καλπάζω, προηγούμαι
Ακρότητα: κάθε πράξη πέραν τον ορίων, που έχει έλλειψη μετριοπάθειας(-ες), εσχατιά, τέρμα, ακροστόμιο, υπερβολή, ακρώρεια, εξτρεμισμός, υπερθεματισμός # μετριοπάθεια, ομφαλός, κέντρο, πυρήνας, μέτρο, εγκράτεια
Ακρώρεια: οξυκόρυφο, απόκρημνο, κορφοβούνι, ακρώμιο, κορυφογραμμή # υπώρεια, χαράδρα, ριζοβούνι <άκρον+όριο
Ακτινοβόλος: λαμπρός, αντανακλαστικός, αστραπηβόλος, αστραφτερός, απαστράπτων #άστιλπνος, θαμπός, θολός, ερεβώδης<ακτίς+βάλω
Ακύμαντος: ατάραχος, γαλήνιος, ακλυδώνιστος, καθησυχαστικός # διαταραγμένος, πολυτάραχος, θυελλώδης, λαιλαπώδης, ταραχώδης
Ακυρολεξία: ανακριβολογία, ολίσθημα, σολοικισμός, βαρβαρισμός # ορθοέπεια, αρτιέπεια, αρτιότητα, ενάργεια, σαφήνεια<α+κύρος+λέγω
Ακώλυτος: α(νε)μπόδιστος, απρόσκοπτος, απεριόριστος, αδέσμευτος # εμποδιζόμενος, δεσμευμένος, παρεμποδιστικός, κατασταλτικός, αναχαιτίσιμος<α+κωλύω
Αλάβαστρο:λευκότητα, πολιότητα, μάρμαρος, κρίνο # μελανότητα, πελιδνότητα, αιθάλη, άνθρακας, έρεβος
Αλαζονεία: υπερβολική και περιφρονητική στους άλλους έπαρση, οίηση, υπεροψία, κομπασμός(-ευω,-ικός), υψηλοφροσύνη, υπερηφάνεια, αυτοϋπερεκτίμηση, έπαρση, οίηση, κομπασμός # μετριοφροσύνη, σεμνότητα, ταπεινότητα, εγκράτεια, καταδεκτικότητα, προσήνεια, συγκατάβαση<Αλαζώνες(θρακική φυλή)
Αλάθητος: αξιόπιστος, σίγουρος, αλάνθαστος(το αλάθητο: ικανότητα του να μην υποπίπτεις σε σφάλματα), ακριβής, ορθός, πιστός, εύστοχος, ελεγμένος# διστακτικός, ανακριβής, αναληθής, εσφαλμένος, άστοχος, επίμεμπτος<α+λανθάνω
Αλαλάζω: φωνάζουν με ενθουσιασμό(κύμβαλον αλάλαζον: επιφανειακός, αδόλεσχος, αλαλαγμός)# ψιθυρίζω <αλαλά(πολ.κραυγή)
Άλαλος: αποστομωτικός, σιωπηλός, άγλωσσος, βωβός, άναυδος, ενεός# ρητός, ειρημένος, ειπωμένος, τετριμμένος, ομιλητικός, στωμύλος, ακατασίγαστος<αα+λάλος
Αλγηδών: ψυχικός και σωματικός πόνος, άλγος, οδύνη, θλίψη# ευφορία,αγαλλίαση<άλγος
Αλγεινός: επώδυνος, οδυνηρός, λυπητερός, οικτρός# άπονος, ανώδυνος, παυσίπονος, αναλγητικός, παυσώδυνος<άλγος
Αλέκιαστος: ονομαστός, περιφανής, κλεινός, ευώνυμος, καθαρός, αγνός, ακηλίδωτος, ασκίαστος# δυσφημισμένος, δυσώνυμος, διαβόητος, κηλιδωμένος
Αληθής: φανερός, αψευδής, ελέγξιμος, πραγματικός, ουσιαστικός, αντικειμενικός, αψευδής, ειλικρινής, αναμφισβήτητος, αδιάψευστος, αυθεντικός# διαψευσμένος, εικονικός, πλασματικός, ψευδής, σκιώδης, αποθετικός, ανυπόστατος, αβάσιμος, μυθώδης, κίβδηλος, προσποιητός, υποβολιμαίος, παραποιημένος <α+λήθη
Αλιεύω: εκζητώ, επιδιώκω, αγρεύω, θηρεύω, κυνηγώ, εποφθαλμιώ, εξιχνιάζω# παρακάμπτω, υπερπηδώ, υπεκφεύγω, διαρρέω<αλιεύς
Αλίσκομαι:αναλώνομαι, χάνομαι, αλλοιώνομαι σε κάτι ευτελές, κυριεύομαι# χειραφετούμαι, απελευθερώνομαι
Αλιτήριος: κακοήθης, φαύλος, κατεργάρης# χρηστός, καλοκάγαθος, συγκροτημένος, αγγελικός < αλίτημα(σφάλμα)
Αλκή(άλκιμος): σωματική δύναμη, ευρωστία, ρώμη, σφρίγος, ακμή, ακμαιότητα, σφριγηλότητα, ζωτικότητα, ευεξία, ανθηρότητα, ρωμαλεότητα, στιβαρότητα# αδυναμία, ανεπάρκεια, ανημπόρια, ατονία, καχεξία, πλαδαρότητα, εξασθένηση
Αλληγορικός: που περιέχει μεταφορικές και συμβολικές εκφράσεις, συμβολικός, εικονικός, μεταφορικός, παραβολικός, συνεκδοχικός, ευφημιστικός# κυριολεκτικός, ακριβολογικός, αρτιεπής<άλλος+αγορεύω
Αλληλεγγύη: σχέση αμοιβαίας ηθικής και υλικής στήριξης, συμπαράσταση, αλληλοβοήθεια, σύμπραξη, συνεργασία, συνασπισμός, συναδελφικότητα, συμμαχία# αντίπραξη, καταπολέμηση, εξουδετέρωση, αντιζηλία, ανταγωνισμός, αντιμέτρησηάλληλος+εν+γύη(τεμάχιον γης)
Αλληλένδετος: που συνδέεται με σχέση αμοιβαίας εξάρτησης και συνοχής, αμοιβαίος, ανταποδιδόμενος# αλληλεπιδρών, ασυναφής, ανεξάρτητος, μονομερής, ανακόλουθος, ανεπικοινωνητος, ανεπίμεικτος<άλληλος+εν+δένω
Αλληλεξάρτηση: σχέση αμοιβαίας εξάρτησης  Αλληλεπίδραση:σχέση αμοιβαίας επίδρασης<άλληλος+εκ+αρτώ
Αλληλοαναιρούμαι: ανταποδεικνύομαι, διαψεύδομαι, αντιφάσκω, ξελέγω, ανατρέπομαι, καταπίπτω# καταδεικνύομαι, ελέγχομαι, τεκμηριώνομαι, ενισχύομαι<άλληλος+ανά+αιρέω
Αλληλοσυμπλήρωση: σχέση αμοιβαίας συμπλήρωσης, εντέλεια, ακεραιότητα, αρτιότητα, πληρότητα, τελείωση, αρτίωση# ατέλεια, έλλειμμα, ένδεια, μειονέκτημα, ελαττωματικότητα<άλληλος+συν+πλήρης
Αλλογενής: αλλοδαπός, ξένος, αλλοεθνής, αλλόφυλος, ετερόφυλος, ξενότροπος, εξωμερίτης, ετεροεθνής# ντόπιος, ιθαγενής, ομόεθνος(-ης), αυτόχθων, ομόφυλος, εγγενής, ένδημος, επιχώριος<άλλος+γένος





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου