Λέξεις από "Ακαλλιέργητος" έως "Άκομψος"

Ακαλλιέργητος = απαίδευτος, αμόρφωτος, αδαής, αγροίκος, αστοιχείωτος, ακατάρτιστος, αμαθής # πολιτισμένος, πεφωτισμένος, εγγράμματος<α+κάλλος+έργον
ακαλλώπιστος = ατημέλητος, ανεπιτήδευτος, ακόσμητος<α+κάλλος
ακάματος = που δεν κουράζεται, ακαταπόνητος, άοκνος, ακατάβλητος, χαλκέντερος, που δεν υποχωρεί, προκομμένος, φίλεργος, φιλόμοχθος, αβάρετος  # κουρασμένος, οκνηρός, φυγόπονος <α+κάμνω
ακαμάτης = ράθυμος, που δεν κάνει τίποτα, επαναπαυμένος # φιλεργατικός, αεικίνητος<α+κάματος
άκαμπτος = που δεν μπορεί να καμφθεί, αλύγιστος, αυστηρός στην τήρηση, ευθύγραμμος, ανεπηρέαστος, άσπλαχνος, άπονος # λυγισμένος, ενδοτικός, ασταθής, ευμετάβλητος, φιλεύσπλαχνος, ευλύγιστος<α+κάμπτω
ακάμωτος = ανωρίμαστος, αποίητος, εκκρεμής # γινωμένος, πεπραγμένος, εκτελεσμένος<α+κάμνω
ακανθώδης = που έχει δυσκολία, πολυπλοκότητα, δυσχέρεια, ακιδοειδής, χαλεπός, δυσεπίτευκτος # ευκολοδιευθέτητος, ευχερής, ευκατόρθωτος<άκανθα
ακαπήλευτος = που δεν έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης, καπηλείας<α+κάπηλος
ακαριαίος = στιγμιαίος, άμεσος, εσπευσμένος, βραχύς, εφήμερος, φευγαλέος, μετεωρικός # μόνιμος, σταθερός, συνεχής, διαρκής, διηνεκής, ενδελεχής, ολοχρόνιος, αληγής<α+κείρω(κουρεύω)
άκαρπος = που δεν παράγει, άγονος, ανώφελος, ατελέσφορος, αναποτελεσματικός, ανευόδωτος, άφορος, αλυσιτελής, ατελεσφόρητος, φρούδος # αποτελεσματικός, λυσιτελής, ωφέλιμος, αποδοτικός, προσοδοφόρος, εύφορος
ακατάβλητος = που δεν καταβάλλεται, ακαταμάχητος, ανίκητος, ακαταγώνιστος, ακούραστος, άλκιμος, ρωμαλέος, ερρωμένος, σφριγηλός, άοκνος, ακάματος, αήττητος, θριαμβευτικός, τροπαιούχος # ευκαταγώνιστος, αποκαμωμένος, αποσταμένος, ευάλωτος, ηττημένος <α+κατά+βάλλω
ακαταγώνιστος = ακατανίκητος, ακαταδάμαστος, δαφνοστεφανωμένος, απροσμάχητος+κατά+αγών
ακατάληκτος = ακαταστάλακτος, ατελεύτητος, απέραντος, ατέρμων<α+κατά+λήγω
ακατάληπτος = που δεν καταλαβαίνει κανείς, δυσνόητος, ακατανόητος, ασυνάρτητος # κατανοητός, ευκολονόητος<α+κατά+λαμβάνω
ακαταλληλία / ακαλληλότητα = αναρμοδιότητα, ανεπιτηδειότητα, ανεπικαιρότητα, απρέπεια<α+κατά+άλληλος
ακαταλόγιστος = που δεν έχει ευθύνη για αξιόποινη πράξη, έλλειψη καταλογισμού λόγω παραλογισμού # υπεύθυνος, υπαίτιος<α+κατά+λέγω
ακατάλυτος = που δεν καταλύεται, διατηρείται αιώνιος, ανθεκτικός, αστείρευτος, διηνεκής, αδιάλειπτος, ατερμάτιστος, ανεξάντλητος # αράχνιος, υποχωρητικός, αδύναμος, εύθρυπτος, εύφθαρτος, προσωρινός, φευγαλέος, βραχύς, σύντομος<α+κατά+λύω
ακαταμάχητος = θριαμβευτικός, δαφνοφόρος # νικημένος, ευκατάβλητος
ακαταμέριστος = ακλήρωτος, ακατανέμητος<α+κατά+μείρομαι
ακαταμέτρητος = αναρίθμητος, απειροπληθής
ακατάπαυστος = δεν παύει ποτέ, αδιάλειπτος, ασταμάτητος, αδιάπτωτος, αδιάκοπος, ανελλιπής, ατελεύτητος, αλεπάλληλος # ημιτελής, περιοδικός, στιγμιαίος, φευγαλέος, διακεκομμένος
ακαταπόνητος = που δεν κουράζεται, άοκνος, ακάματος, ακούραστος, οτρητός, φίλεργος, φιλόμοχθος, προκομμένος, άτρυτος # αφιλόπονος, ανεπρόκοπος, κουρασμένος, καταπτοημένος, ράθυμος, κοπωμένος, οκνηρός, ακαμάτης<α+κατά+πόνος(κόπος)
ακαταπράυντος = ευέξαπτος, νευρικός, θερμόαιμος, ακατεύναστος # ήρεμος, καταλαγιασμένος, ημερωμένος, ατάραχος<α+κατά+πράος
ακαταπτόητος = αντρειωμένος, αδείλιαστος, αψήφιστος # λιγόψυχος, άνανδρος, θρασύδειλος, ολιγόκαρδος, λιπόψυχος<α+κατά+πράος
ακατάρτιστος = αμόρφωτος, ανετοίμαστος, ακαλλιέργητος, αστοιχείωτος<α+κατά+άρτιος
ακατασίγαστος = θερμόαιμος, αψίθυμος, παροξυντικός<α+κατά+σιγώ
ακατάσχετος = που δεν συγκρατείται, ασταμάτητος, ασυγκράτητος, ακάθεκτος, αδήμευτος # διακεκομμένος, περιστασιακός, ελεγχόμενος, συγκρατημένος<α+κατά+έχω
ακεραιότητα = το να διατηρεί κάποιος άρτια μορφή, περιεχόμενο, ιδιότητες, εντιμότητα, ευθύτητα, ειλικρίνεια, αρτίωση, τελειότητα, αφθαρσία, τιμιότητα, ολοκληρία, αβλάβεια # ερείπωση, διάβρωση, ανάλωση, υπονόμευση, δολιότητα, αναπηρία
ακέφαλος = αδιοίκητος
ακερμάτιστος = που δεν έχει κομματιαστεί, κατατμηθεί, ακέραιος, ατεμάχιστος, άθραυστος # διαρρηγμένος, διάτρητος, κομματιαστός, τετμημένος<κείρω
ακηδία = αμεριμνησία, ξεγνοιασιά, ολιγωρία, παραμέληση, έλλειψη φροντίδας και ενδιαφέροντος, αμέλεια, αδιαφορία # μέριμνα, πρόνοια, επιμέλεια, φροντίδα, ενδιαφέρον<α+κήδος(ενδιαφέρον)
ακινητώ = αδρανώ, φυτοζωώ, βαρύνομαι, ραθυμώ # επιστρατεύομαι, κινητοποιούμαι, ανασκουμπώνομαι
ακλινής = επίπεδος, οριζόντιος, ευθύς, που δεν είναι κεκλιμένος ή επικλινής, άγερτος, άκαμπτος, σταθερός, ακλόνητος, ακράδαντος, απαρέγκλιτος # κατηφορικός, άστατος, ευμετάβλητος, ανερμάτιστος, γυρτός<α+κλίνω
ακλόνητος = που δεν κλονίζεται, σταθερός, άσειστος, εδραίος, αδιάσειστος, αμετακίνητος, αταλάντευτος, ακράδαντος, επίμονος, ατρεμής, αδόνητος # τρεμάμενος, σφαδάζων, σεισμικός, παλμικός, ταλαντευόμενος, ασταθής<α+κλονώ
ακλυδώνιστος = ήρεμος, γαλήνιος # αγαλήνευτος, θυελλώδης, λαιλαπώδης<α+κλύδων(κύμα)
ακμάζω = βρίσκομαι σε πλήρη ανάπτυξη πνευματική, ευδοκιμώ, μεσουρανώ, είμαι στον κολοφώνα, ανθώ, θάλλω, ξανανιώνω, ορθοβατώ, εξελίσσομαι # υποβιβάζομαι, μαραίνομαι, ατροφώ, φθίνω, μαραζώνω
ακμή = κόψη, ανθηρότητα, ευημερία, προκοπή, επίδοση # αποτελμάτωση, μαρασμός, τριβή, φθορά, οπισθοδρόμηση, κατάρρευση
ακοίμητος = που επαγρυπνεί, που έχει πάντα την ίδια ένταση και πάθος, καίει διαρκώς, άυπνος, προσεκτικός, απερίσπαστος, αφυπνισμένος, εγερτήριος # επαγρυπνών, ξεθυμασμένος, κατευνασμένος
ακοινολόγητος = που δεν έχει γίνει σωστός, ακοινοποίητος, μυστικός, απόλυτος, αγνωστοποίητος, αδηλοποίητος, κεκαλυμμένος, απόρρητος # δεδηλωμένος, φανερωτικός, γνωστοποιημένος<α+κοινός+λέγω
ακοινώνητος = που αποφεύγει τις κοινωνικές σχέσεις, μη κοσμικός, εσωστρεφής, ασυγχρώτιστος, υποχονδριακός, μονόχνωτος, μισάνθρωπος, φιλέρημος, απόκοσμος, αποτραβηγμένος, μονόβιος, μοναχικός ,  κοινόβιος, κοσμοπολίτης<α+κοινός
ακολουθία = λογική σειρά σκέψεων, λόγων, έργων, συνεχής διαδοχή τους, συνέπεια, συνοδεία, σειρά, αποτέλεσμα
άκομψος = ακαλαίσθητος, χοντροκομμένος, αδιάκριτος, άνοστος, ανούσιος, χοντροειδής, κακότεχνος, απειρόκαλος # καλαίσθητος, φιλόκαλος, ωραιοπαθής, χαριτωμένος, πολιτισμένος<α+κομψός(ευπρεπής)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου