Λέξεις από "Άζωος" έως "Ακαλαίσθητος"

άζωος = νεκρωμένος, ανίσχυρος, ολιγοδύναμος, ωχρός, νεκροφανής, πτωματώδης # εμψυχωμένος<α+ζωή
αθεμελίωτος = που δεν έχει έρεισμα, αναπόδεικτος, χωρίς βάσεις, αστήρικτος, ατεκμηρίωτος, αστάθμητος, διλημματικός, ενδοιαστικός # τεκμηριωμένος, ριζικός, βασικός, ουσιώδης<α+τίθημι
αθέμιτος = που παραβαίνει γραπτούς και άγραφους νόμους, ανεπίτρεπτος, απαράδεκτος, ανισοβαρής, αυθαίρετος, αντικανονικός, αθέσπιστος # νόμιμος, αντικειμενικός, απροκατάληπτος, αδέκαστος<α+τίθημι
αθετώ = ακυρώνω, καταπατώ μια υπόσχεση, αναιρώ, παραβαίνω, παραβιάζω, απιστώ, καταστρατηγώ, δολιεύομαι # πειθαρχώ, συμμορφώνομαι, τηρώ, ανταποκρίνομαι<α+τίθημι
αθλοθετώ = καθιερώνω ως έπαθλο αγώνων<άθλον+τίθημι
αθλοπαιδιές = δραστηριότητες για άσκηση και ψυχαγωγία, αθλητικά παιχνίδια, αγωνίσματα, παίγνια, δέκαθλο
άθλος = το σπάνιο κατόρθωμα, επίπονη προσπάθεια, επίμοχθος αγώνας, επίτευγμα, ηρωισμός, φιλοπόνημα, ανδραγάθημα
αθρόος = μαζικός, σύσσωμος, άφθονος, πολυπληθής, συγκεντρωτικός, πολυάριθμος # απομονωμένος, μεμο- νωμένος <α+θρους(θόρυβος)
αθυμία = έλλειψη καλής διάθεσης, κακοκεφιά, κατήφεια, κατάθλιψη # εγγρήγορση, ευφορία<α+θυμός
άθυρμα = παίγνιο, που άγεται και φέρεται, χωρίς βούληση, αναποφάσιστος, σείστρον, έρμαιο, πιόνι<αθύρω
αθυρόστομος = που εκφράζεται με βωμολοχίες, υβριστικός, πολυλογάς, ακριτόμυθος, απρεπής, προπέτης, υπερφίαλος # λεπτός, ευγενικός, σεμνός, συνεσταλμένος, ντροπαλός<α+θύρα+στόμιο
αιγίδα = υποστήριξη, επίσημη κάλυψη, βοήθεια<αιξ-γός
αίγλη = ακτινοβολία, δέλεαρ, δόξα, φήμη, λάμψη, μεγαλοπρέπεια, γόητρο
αιδημοσύνη=αυτοσυγκράτηση,συστολή,σεβασμός,αίσθηση ντροπής # ασυδοσία,ελευθεριότητα,εκτροχιασμός
αιθαλομίχλη = αεριώδες μείγμα υδρογονοσταγονιδίων υπό μορφή ομίχλης από ρύπους<αίθω
αιθέριος = που είναι ανάλαφρος, γεμάτος χάρη και λεπτότητα, 1η ύλη αρωματικών ουσιών, αγέρινος, ασώματος, υπερκόσμιος, άυλος, αερώδης, αισθαντικός # φθαρτός, επίγειος, ενδοκόσμιος, ένσαρκος, υλιστικός, ματεριαλιστικός<αίθω
αιθεροβάμων = που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας, ουτοπιστής, ανεδαφικός, φαντασιόπληκτος, ιπτάμενος, μετέωρος # πραγματιστής, ρεαλιστής, προσγειωμένος, θετικός,πεζός, πρακτικός<αίθω,αιθήρ+βαίνω
αιθεροδρομώ = ίπταμαι, αεροπλοώ, αιωρούμαι # προσγειώνομαι<αιθήρ+τρέχω
αίθριος = καθαρός, ανέφελος, λαμπρός, εύδιος, αχείμαντος, γαλήνιος # συννεφιασμένος, κατηφής, νεφελοσκεπής, συννέφελος, ανήλιος, ανταριασμένος, άναστρος, ομιχλώδης<αίθω
αιματηρός = φονικός, επαχθής, αβιοτικός # επιβιωτικός, ενδυναμωτικός, αναζωογονητικός
αίρεση = κάθε διδασκαλία που αποκλίνει από το επίσημο θρησκευτικό δόγμα, προτίμηση, προϋπόθεση, ετεροδοξία, αρέσκεια, αυτογνωμία, αυτενέργεια # αναγκαιότητα, επιβολή, υπόδειξη, ρήτρα<αιρέω-ώ
αιρετικός = διαφοροποιητικός, σχισματικός, αντισυμβατικός # ευλαβής, ορθόδοξος<αιρέω
αιρετός = που αναδεικνύεται με ψηφοφορία, μη κληρωτός, που δύναται να εκλεγεί σε αξίωμα, εκλεγείς, χειροτονητός, διακεκριμένος, εκλεκτός, λαοπρόβλητος, προτιμητέος # κληρωτός, κληρονομημένος, απορριπτέος, εξοβελιστέος, απορριμμένος<αιρέω
αίρω(άρση) = ανυψώνω, επιφορτίζομαι με κάτι, καταργώ, εγείρω, απομακρύνω, αποσύρω, εκκόπτω, μεταρσιώνω, εκριζώνω, εξυψώνω, ανατείνω # κατακρημνίζω, επιπροσθέτω, συμπληρώνω, υποστέλλω
αισθαντικός = που έχει ευαισθησία, λεπτότητα, τρυφερότητα, είναι ευσυγκίνητος # ανάλγητος
αισθηματίας = ανιδιοτελής, ανεπηρέαστος, ευερέθιστος, εύθικτος, λεπτεπίλεπτος, # απαθής, παχύδερμος, πεπωρωμένος, ατάραχος<αίσθησις
αίσθημα = εντύπωση, αόριστη αντίληψη, ψυχική κατάσταση από εξωτερικό ερέθισμα, ψυχική στάση, ρεαλισμός, αυτεπίγνωση, προσαρμοστικότητα # άγνοια, οφθαλμαπάτη, φαντασιοκοπία, ενυπνίαση, αυταπάτη
αισθητός = αξιοσημείωτος, αντιληπτός, εντυπωτικός # αμυδρός, δυσδιάκριτος
αίσιοι οιωνοί(επ'αισίοις οιωνοίς) = οπτιμισμός, βελτιοδοξία # πεσιμισμός, ζοφερότητα, απελπιστικότητα
αισθηματικός = που εκφράζει σχέση αγάπης, με ευαισθησία, τρυφερότητα, συγκίνηση
αίσθηση = αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα, κάθε μία από τις 5 λειτουργίες αντίληψης
αισθησιακός = που διεγείρει τις αισθήσεις, εκφράζει ερωτισμό
αισθητήριο = τα όργανα των αισθήσεων, ικανότητα πρόβλεψης- διαίσθησης των εξελίξεων
αισθητικός = αναφέρεται στις αισθήσεις
αισθαντικός = δηλώνει λεπτότητα αισθημάτων και ευαισθησία
αισθητοποιώ = κάνω κάτι αισθητό, σαφές,αντιληπτό
αίσιος = ου συμβάλλει σε θετική κατάληξη, ευοίωνος, ευνοϊκός, καλότυχος, καλόμοιρος, ρόδινος, λαμπρός # δυσμενής, αντίξοος, δυσοίωνος, ζοφερός, πεσιμιστής
αίσχιστος(υπερθ.αισχρός) = αχρείος, οικτρός, φαύλος, φρικώδης, χείριστος # προσοντούχος, προικισμένος, προνομιούχος, πλεονέκτης, οπτιμιστής
αίσχος = ντροπή, αποτροπιασμός, ατιμία, όνειδος, εξευτελισμός, κατακραυγή, χυδαιότητα, αντιαισθητικότητα, κακοτέχνημα, απειρότεχνο # καλλιτεχνία, λεπτουργία, κομψοτεχνία, λεπτοτέχνημα
αισχροέπεια = αναγωγία, βαναυσότητα, σκαιότητα, τραχύτητα, χυδαιότητα, ακοσμία # ευπροσηγορία, διακριτικότητα, κοσμιότητα<αισχρός+λέγω
αισχροκέρδεια = επίτευξη υπερβολικού κέρδους, νοθεία, απάτη, κερδοσκοπία, τοκογλυφία # τιμιότητα, αφιλοκέρδεια, ανιδιοτέλεια, μεγαθυμία
αισχρολογία = αναγωγία, χυδαιότητα, βαρβαρότητα, ακοσμία # λεπτότητα, αβρότητα, κομψοπρέπεια, ευκοσμία
αισχρότητα = αθλιότητα, αχρειότητα, ανηθικότητα, κακοήθεια, αναισχυντία
αισχρός = φαύλος, κακεντρεχής, κακοήθης, αχρείος, οικτρός, φαυλεπίφαυλος, κατάπτυστος, εθελόκακος # χρηστός, άκακος, φιλάγαθος
αισχύνη = αίσθημα μέγιστης ντροπής, αίσχος, αιδώς, που προκαλείται από αθέμιτες πράξεις, εντροπή, αιδημοσύνη, όνειδος, άγος, εξευτελισμός, γελοιοποίηση, κηλίδα, ατίμωση # καύχημα, εγκαλλώπισμα
αισχύνω = εντρέπομαι, ερυθριώ, συστέλλομαι # αποθρασύνομαι, αθυροστομώ, αυθαδιάζομαι, αντιμιλώ
αισχρούργημα = κακοτεχνία, ακαλαισθησία, βαναυσότητα, εξάμβλωμα, κακοτέχνημα # λεπτότητα, κομψοτέχνημα, αριστοτέχνημα<αισχρός+έργο
αίτημα = απαίτηση, επιθυμία προς υπηρεσία ή πρόσωπο, ανάγκη, θεμελιώδης πρόταση, βούλημα<αιτέω
αιτία = που προκαλεί αποτέλεσμα, αιτιατό = αποτέλεσμα, αιτιότητα = σχέση αιτίου και αιτιατού, αίτιο = εξειδικευμένη έννοια, λόγος = η προϋπόθεση αφορμή = έναυσμα επιφανειακό, πρόφαση, πρόσχημα, δικαιολογία, αιτιακός = ο αιτιώδης, αιτίαση = το παράπονο, μομφή, δυσαρέσκεια, επίρριψη
αίτιος = πρόξενος, υπεύθυνος, ευθυνόμενος, υπόλογος, υπέγγυος # αναμάρτητος, ακριμάτιστος
αιτιώμαι(-άσαι) = καταλογίζω ευθύνη για σφάλμα, κατηγορώ,μέμφομαι,ψέγω, επικρίνω, ενοχοποιώ # αθωώνω
αίφνης(επίρ) = ξαφνικά, απροσδόκητα, απρόοπτα, απότομα, απροειδοποίητα # βαθμηδόν, βαθμιαίος, κατά βάθος, κατ' ολίγον, προοδευτικά
αιχμή =(αιχμή δόρατος,τεχνολογία αιχμής,ώρες αιχμής) αιχμηρή απόληξη, μομφή, νύξη, υπαινιγμός # αμβλύτητα, εξάμβλυνση, λείανση, αποστρογγύλωση
αιωρούμαι(-είσαι) = είμαι σε μετέωρη κατάσταση, αμφιταλαντεύομαι, δεν κατασταλάζω, αεροπλέω, ταλαντώνομαι # καθιζάνω, θεμελιώνομαι, εδράζω, στυλώνω, αναστηρίζω, συγκρατώ
ακαδημαϊκός = που σχετίζεται με την ακαδημία,Πανεπιστήμιο,σχολείο
ακάθεκτος = που δεν μπορεί να συγκρατηθεί, ορμητικός, ακράτητος, αχαλίνωτος, ραγδαίος, σφοδρός, χειμαρρώδης, καταρρακτώδης, θυελλώδης # συγκρατημένος, βελούδινος, απαλυντικός, σταδιακός, τμηματικός<α+κατέχω
άκαιρος = που συντελείται σε ακατάλληλο χρόνο, ανεπίκαιρος, παράκαιρος, πάρωρος, απρόσφορος, ανεύθετος # συγχρονισμένος, εύστοχος<α+καιρός
ακαλαίσθητος = που δεν έχει αίσθηση του ωραίου, αφιλόκαλος, απειρόκαλος, αντιαισθητικός, άκομψος, κακότεχνος # φιλόκαλος, εκλεπτυσμένος<α+καλός+αίσθησις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου