Λέξεις από "Αβαθής" έως "Αεροπλοΐα"

Αβαθής = αυτός που έχει μικρό βάθος, που στερείται ουσίας, επιφανειακός, χωρίς δυνατότητα εμβάθυνσης, αυτοσχεδίαστος, ασυλλόγιστος, αστόχαστος, ρηχός. Αβαθώς: επίρρημα. (αβάθεια: ουσ.) # ουσιώδης, λελογισμένος, βεβουλευμένος. <α+βάθος
αβάσιμος = που στερείται βάσεως, που δεν υποστηρίζεται επαρκώς, αστήρικτος, αθεμελίωτος, αναπόδεικτος, διλημματικός, αμφίβολος, αστάθμητος. # αναντίρρητος, θεμελιωμένος, εξακριβωμένος <α+βαίνω
άβατον = απρόσιτο, απλησίαστο, απροσπέλαστο, χώρος απαγορευμένος, αδιάβατο, άδυτο. <α+βαίνω
αβδηρίτης = ανόητος, κενός, άκριτος, ματαιόδοξος, αμβλύνους, ελαφρόνους <Άβδηρα
αβέβαιος = αμφίβολος, αόριστος, ρευστός, ευμετάβλητος, ακαθόριστος, απρόβλεπτος, αστάθμητος, ανυπόστατος # αδιαφιλονίκητος <α+βαίνω
αβελτηρία = ανοησία, επιπολαιότητα, μωρία, αμβλύνοια, μωρότητα, κουφόνοια # οξυδέρκεια, ταχύνοια, φιλυποψία, διορατικότητα <α+βέλτιστος
αβίαστος = που γίνεται με αυθορμητισμό, χωρίς επιτήδευση, με χαρά, εκούσιος, αυτοπροαίρετος #ακούσιος, πιεστικός, επείγων, υποχρεωτικός <α+βία
αβιοτικός = που καταστρέφει τη ζωή, καταστροφικός, ολέθριος # ζωοποιός <α+βίος
αβίωτος = αφόρητος, αυτός που δεν μπορεί κάποιος να υποφέρει, θνησιγενής, εφήμερος # υποφερτός, έμβιος, πολυζώητος <α+βίος
αβλαβής = άκακος, ακίνδυνος, ακέραιος, που δεν έχει υποστεί φθορά, ανώδυνος, αζημίωτος # φθοροποιός, φθαρτικός <α+βλάπτω
αβλέπτημα = λάθος που οφείλεται σε αβλεψία, παραδρομή, απροσεξία, παράπτωμα, πλημμέλημα, παραγνώριση, τυφλότητα <α+βλέπω
άβλητος = άτρωτος, απρόσβλητος, που δεν έχει βληθεί, άπληκτος,αχτύπητος, # τρώσιμος, καταπονημένος, βλητός <α+βάλλω
άβουλος = διστακτικός, αναποφάσιστος, που στερείται δικής του θέλησης, αστόχαστος, απερίσκεπτος # συλλογισμένος, προμελετημένος <α+βουλή
αβρός = λεπτός, ευγενικός στους τρόπους, διακριτικός, τρυφερός, ήπιος # αγροίκος, αδιάκριτος (αβροέπεια)
αβροδίαιτος = ασκληραγώγητος, τρυφηλός, που ζει άνετα και με πολυτέλεια, μαλθακός, αναπαυτικός <αβρός+δίαιτα
αβρόχοις ποσίν = χωρίς κόπο, άνευ ταλαιπωρίας, ακούραστα, εύκολα
αβυθομέτρητος = αμέτρητος, χαώδης, απειροβαθής, απειράριθμος, άδυτος # ανάρηχος, ακροθιγής, υπολογίσιμος <α+βυθός+μετρώ
αβυσσαλέος = απύθμενος, χαώδης, βαθύς και σκοτεινός σαν την άβυσσο, καταχθόνιος # ειλικρινής, αμιγής, ακραιφνής <α+βυθός
άβυσσος με χωρίζει = αφίσταμαι, ποικίλλω, διαφοροποιούμαι
αγαθοεργία = φιλανθρωπία, προσφορά, ευεργεσία, αυτοθυσία, μέριμνα, συνδρομή, ελεημοσύνη, αρωγή, ( αγαθή γνώμη, διάθεση, έκβαση, πίστη, πράξη, αγαθή τη πίστη)
αγαθοπιστία = αβασάνιστη αποδοχή λεγομένων, ευπιστία, ακρισία, αφέλεια, ελαφρότητα, αθωότητα # κριτική, σκεπτικισμός, υποψία, υπόνοια
αγαλλίαση = ευφροσύνη, ενθουσιασμός, καλοκάρδισμα
αγάλλομαι = αισθάνομαι πλείστη χαρά, ευφορία, καταχαίρομαι, ακτινοβολώ, πανηγυρίζω # καταπτοούμαι, θλίβομαι, σπαράσσομαι, βαρυθυμώ
αγαλήνευτος = τεταραγμένος, απράυντος
άγαν = υπερβολικά, χωρίς μέτρο, σφόδρα, αισθητά, λίαν # ολίγον, έλαττον, κατά σταγόνας ( μηδέν άγαν: όλα με μέτρο, τίποτε υπερβολικό)
αγαστός = θαυμαστός, αξιόλογος, που αξίζει να τον εκτιμά κάποιος, αξιοθαύμαστος, θεσπέσιος # καταγέλαστος, αξιοκατάκριτος, κατακριτέος, ανάξιος, ιταμός
αγελαίος = χωρίς τρόπους, βάρβαρος, που σχετίζεται με τον όχλο, αθυρόστομος, κοπαδιαστός, αγοραίος, συνηγμένος # διασκορπισμένος, διάχυτος
αγέλη = ατάκτο πλήθος, κοπάδι, όχλος
αγεληδόν = κοπαδιαστά,μαζικά,αθρόα,χωρίς κριτική,χωρίς προσωπική επιλογή #μεμονωμένα,ατομικά <άγω
αγένωτος = άωρος, ανεκτέλεστος<α+γίνομαι
αγεωμέτρητος = που δεν έχει βασικές γνώσεις, που δεν γνωρίζει επιστήμες, αναλφάβητος, αμαθέστατος # πεπαιδευμένος, μορφωμένος, εγγράμματος, ειδήμων <α+γη+μετρώ
αγιογδύτης = ιερόσυλος, αισχροκερδής
αγκύλωση = κύρτωση, καμπυλότητα, στρεβλότητα # ευθυγραμμία, ευθυτενές παράστημα
αγλαός = φωτεινός, εξαίσιος # σκοτεινός
άγνοια = ανεπιστασία, αμάθεια # ειδημοσύνη,εξειδίκευση
αγνώμων = που δεν αισθάνεται ευγνωμοσύνη, δεν αναγνωρίζει την ευεργεσία, αχάριστος, αμνήμων, ανέγνωρος # υπόχρεος <α+γιγνώσκω
άγονος = ο μη εύφορος, άκαρπος, άφορος, μη αποδοτικός, ανώφελος, που δε δημιουργεί, ατελέσφορος, ανεπιτυχής # παραγωγικός, δημιουργικός, εύστοχος, λυσιτελής, ευδόκιμος
αγοραίος = χυδαίος, πρόστυχος, υβρεολογικός, βάρβαρος # ευγενικός, εκλεπτυσμένος, αβρός <αγείρω = συγκεντρώνω
άγος = αίσχος, έγκλημα, ανοσιούργημα
άγρα = αναζήτηση, κυνήγι, επίμονο ψάξιμο, ψηφοθηρία(προς άγραν)
αγρεύω = αλιεύω, θηρεύω, προσπαθώ να παρασύρω σε παγίδα, παίρνω λόγια
αγριότητα = επιθετικότητα, σκληρότητα, βιαιότητα, έλλειψη πραότητας, έλλειψη τιθάσευσης # ηρεμία, πραότητα, μειλιχιότητα, ευσπλαχνία
αγύρτης = απατεώνας, που ξεγελά, ψευδολόγος, κατεργάρης, κομπογιαννίτης, πλανερός # εύπιστος
αγχίστροφος = ευφυής,οξύνους
αγχίνοια = εξυπνάδα,αγχιστροφία<άγχι+νους
αγωγή = εκπαίδευση, τρόπος συμπεριφοράς, ανατροφή, μέθοδος θεραπείας, προσφυγή στο δικαστήριο, σχολικό μάθημα<άγω
αδαής = που έχει άγνοια, είναι άπειρος, που δεν έχει γνώση της κατάστασης, ανίδεος # επιστάμενος, ειδήμων, εμπειρογνώμων, επαίων
αδαμιαία περιβολή = γυμνότητα
αδελφοποίηση = επισφράγιση δεσμών αδελφικής αγάπης, υπόσχεση υποστήριξης πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ πόλεων, χωριών, σχολείων<α+δελφύς+ποιώ
αδέκαστος = τίμιος, αδελέαστος, αμερόληπτος
αδέσμευτος = που δεν υπόκειται σε έλεγχο, δεν χειραγωγείται, ανεξάρτητος, αδογμάτιστος, ελεύθερος, ανεμπόδιστος, ανυπόχρεος # χειραγωγούμενος, ελεγχόμενος, έκων άκων<α+δένω
άδηλος = που δεν είναι φανερός, ασαφής, ακαθόριστος, σκοτεινός, εσωστρεφής, αμφίβολος, αστάθμητος, ανυπόστατος # καθαρός,αδιαφιλονίκητος, αναντίρρητος, αναμφισβήτητος<α+δήλος
αδημονώ = ανυπομονώ, ανησυχώ, αγωνιώ, λαχταρώ, σπαρταρώ, απαυδώ, αποκαρτερώ # υπομένω, επαναπαύομαι, ανέχομαι, υπομονεύω, μακροθυμώ
αδήριτος = που επιβάλλεται, δεν μπορεί να αγνοηθεί, επιτακτικός, αξεπέραστος, ανίκητος
αδηφάγος = λαίμαργος, άπληστος, ακόρεστος, ανικανοποίητος # ικανοποιημένος, ολιγαρκής, λιτοδίαιτος
αδιάβλητος = που δεν μπορεί να κατηγορηθεί, αμερόληπτος, αντικειμενικός, ορθολογικός # μεροληπτικός, υποκειμενικός<α+δια+βάλλω
αδιάκριτος = που δεν είναι τυπικός, ευγενής, συγκεχυμένος, απερίσκεπτος, ανεπαίσθητος, αόρατος, φιλοπερίεργος # εκλεπτυσμένος, αβρότατος<α+δια+κρίνω
αδιακώλυτος = που δεν έχει παρακωληθεί, δεν εμποδίστηκε, έγινε ελεύθερα, ανεμπόδιστος # ανελεύθερος, δεσμευμένος, παρεμποδισμένος<α+δια+κωλύω
Αδιάλειπτος = ο χωρίς διαλείμματα και διακοπές, ακατάπαυστος, αδιάκοπος, συνεχής, διηνεκής, ενδελεχής, άληκτος, ατερμάτιστος, παρατεταμένος, σχοινοτενής # διακεκομμένος, στιγμιαίος, εφήμερος, φευγαλέος <α+δια+λείπω
αδιαμφισβήτητος = που είναι γεγονός, δεν αμφισβητείται, αναμφίβολος, αναντίρρητος, αδιαφιλονίκητος # άδηλος, ανεδαφικός <α+δια+αμφί+βαίνω
αδιανόητος = αφάνταστος, ακατανόητος
αδιαπαιδαγώγητος = αμόρΑδιάλειπτος = ο χωρίς διαλείμματα και διακοπές, ακατάπαυστος, αδιάκοπος, συνεχής, διηνεκής, ενδελεχής, άληκτος, ατερμάτιστος, παρατεταμένος, σχοινοτενής # διακεκομμένος, στιγμιαίος, εφήμερος, φευγαλέος <α+δια+λείπω
φωτος
αδιάπαυστος = συνεχής, ατερμάτιστος
αδιάπταιστος = αλάθευτος, ακριβολόγος, εύστοχος
αδιαπραγμάτευτος = αμετακίνητος, που δεν επιδέχεται διαπραγμάτευση, αδιαφιλονίκητος # συζητήσιμος <α+δια+πράττω
αδιάπτωτος = σταθερός, συνεχής, αμείωτος, που δεν έχει μεταπτώσεις, αμετάβλητος # μειωτέος, φθίνων, αποκλιμακούμενος, κατιών <α+δια+πίπτω
αδιαρρύθμιστος = ατακτοποίητος<α+δια+ρέω
αδιάρρηκτος = αδιάσπαστος, άθραυστος, απαραβίαστος<α+δια+ρήγνυμι
αδιασάλευτος = που δεν είναι δυνατόν να διαταραχτεί, σταθερός, ακλόνητος, αδιάσειστος, απαρασάλευτος, στερεός, σίγουρος # διαταραγμένος <α+δια+σάλος
αδιάσειστος = εδραίος, στερεωμένος<α+δια+σείω
αδιάσπαστος = στερεός, αδιάρρηκτος, συνδεδεμένος, σύσσωμος, σύμφυτος, συνημμένος # διαρρηγμένος, μεμονωμένος, πολυσχιδής
αδιατάρακτος = ακυμάτιστος, ακλυδώνιστος<α+δια+ταράσσω
αδιαφάνεια = σκιερότητα # φωτεινότητα<α+δια+φαίνω
αδιάφθορος = που δεν έχει διαφθαρεί, αδέκαστος, ακέραιος, έντιμος, ορθολογικός, χρηστός, ευσυνείδητος, ανεξαγόραστος # δωροδοκημένος, ανέντιμος, εξωνητός<α+δια+φθείρω
αδιαφιλονίκητος = αναμφισβήτητος, αδιεκδίκητος
αδιαχώρητος = αδιαπέραστος, αδιάβατος<α+δια+χωρέω
αδιάψευστος = αληθής, πραγματικός # ανυπόστατος<α+δια+ψεύδομαι
αδιεκπεραίωτος = ανεφάρμοστος, ανεκτέλεστος<α+δια+εκ+πέραν
αδιέξοδος = που δεν έχει διέξοδο,χωρίς επιλογές,σε δυσχερή θέση# αντι-μετωπίσιμος <α + δια + εκ+οδός
αδιευκρίνιστος = αξεκαθάριστος, αδιασάφητος, αδιαφώτιστος, συγκεχυμένος, αδιαφανής # σαφής
αδικοπραγία = παράπτωμα, πταίσμα, παράνομη ενέργεια, βαρβαρότητα, ανομία # νομιμότητα, αθωότητα, δικαίωση<α+δράω+πράττω
αδιόρατος = που διακρίνεται αμυδρά, που μόλις φαίνεται, δυσδιάκριτος # ξεκάθαρος<α+δια+οράω
αδογμάτιστος = που δεν υπακούει σε απαρέγγλιτες αρχές, ανοιχτό μυαλό, διαλλακτικός # αδιάλλακτος
αδόκητος = μη αναμενόμενος, απρόβλεπτος # προβλέψιμος
αδόκιμος = που δεν αποτελεί υπόδειγμα, ακαθιέρωτος, αποκλίνων, ανορθόδοξος, μη αποδεκτός σε λεξικό
αδόλεσχος = φλύαρος, κουραστικός, πολυλογάς, περιττολόγος, κενολόγος, βερμπαλιστής, πολυρρήμων, αθυρόγλωσσος, λαλύστατος, φλήναφος, απεραντολόγος # ολιγόλογος, λακωνικός, βραχύλογος, φειδωλός, επιγραμματικός
άδολος = που δεν ενέχει δόλο ή απάτη, γνήσιος, ανόθευτος, αυθεντικός, ακραιφνής, ακύβδηλος # υποβολιμαίος, προσποιητός, πλαστογραφημένος, μηχανορραφικός
αδρανοποιώ = οδηγώ σε αδράνεια, κάνω κάτι ανενεργό, θέτω εκτός μάχης, ακινητοποιώ, φυτοζωώ, ραθυμώ # επιστρατεύομαι<α+δράω+ποιώ
αδρομερής = που αναφέρεται στα πολύ βασικά, γενικός, επιφανειακός, περιληπτικός # λεπτολόγος, ειδικός
αδρός = ο μεγάλος, που έχει έντονα χαρακτηριστικά, γενικός, τραχύς, χοντροκαμωμένος
αδυσώπητος = ιδιαίτερα σκληρός, ανελέητος, που δεν κάμπτεται, αμείλικτος, απηνής, ανάλγητος, ανελεήμων, ασυγκίνητος # μειλίχιος, ευσπλαχνικός, πονόψυχος, πολυέλεος
άδυτος = απροσπέλαστος, στον οποίο δεν επιτρέπεται η είσοδος, χώρος ιερός, αδιείσδυτος # προσιτός
αεί = αρχαίο χρονικό επίρρημα, για πάντα, αιώνια
αειζωεία = ζωηρότητα, ικμάδα, μακροβιότητα # βραχυβιότητα
αειθαλής = ανθηρός, αμάραντος, ακμαιότατος # μαραμένος, ασθενικός, ατροφικός<αεί+θάλλω
αεικινησία # στάθμευση, τροχοπέδηση, καθήλωση<αεί+κινώ
αεικύμαντος =  ταραγμένος, αγαλήνευτος # ατάραχος, ακλυδώνιστος<αεί+κύμα
αέναος = ανεξάντλητος, διαρκής, αστείρευτος # ισχνός, στιγμιαίος, βραχύς<αεί+νάω(ρέω)
αεροβάμων =ουτοπιστής, μετέωρος, χιμαιρικός,ονειροπόλος,απροσγείωτος # πρακτικός,ρεαλιστικός <αήρ+βαίνω
αερολογώ = λέω λόγια του αέρα, μιλώ εκτός πραγματικότητας, φλυαρώ, λογοκοπώ, περιττολογώ, αδολεσχώ # λακωνίζω, αποστομώνω, συγκεφαλαιώνω<αήρ+λέγω
αεροναυτιλία = κλάδος της αεροναυτικής με τις μεθόδους ελέγχου πορείας αεροσκάφους
αεροπλοΐα = κλάδος αεροναυτικής για κατασκευή, χειρισμό αεροπλοίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου